αμετάβατος

αμετάβατος
η , ο грам, непереходный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αμετάβατος" в других словарях:

  • ἀμετάβατος — not changing place masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμετάβατος — η, ο (AM ἀμετάβατος, ον) [μεταβαίνω] 1. αυτός που δεν έχει μεταβεί ή δεν μπορεί να μεταβεί κάπου αρχ. 1. (για τον ήλιο ή τον ουρανό) αυτός που δεν μεταβάλλει θέση, στάσιμος, ακίνητος 2. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν διαβεί, να τόν διασχίσει …   Dictionary of Greek

  • αμετάβατος — η, ο αυτός που δεν πάει ή δεν μπορεί να πάει κάπου· (γραμμ.), «ρήμα αμετάβατο» λέγεται εκείνο που η ενέργειά του δεν πάει σε κάτι άλλο, αλλά μένει στο υποκείμενό του: τρέχω, πηδώ, αναστενάζω κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμεταβάτως — ἀμετάβατος not changing place adverbial ἀμετάβατος not changing place masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμετάβατον — ἀμετάβατος not changing place masc/fem acc sg ἀμετάβατος not changing place neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταβάτου — ἀμετάβατος not changing place masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταβάτους — ἀμετάβατος not changing place masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταβάτων — ἀμετάβατος not changing place masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταβάτῳ — ἀμετάβατος not changing place masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμετάβατα — ἀμετάβατος not changing place neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίστημι — ἵστημι (ΑΜ) 1. τοποθετώ όρθιο κάτι, στήνω («ἔγχος μέν ῥ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα» Ομ. Ιλ.) 2. (για ανδριάντες, οικοδομές, τρόπαια) ιδρύω, εγείρω («ἔστησε τρόπαια») μσν. (το μέσ.) ἵσταμαι 1. είμαι όρθιος, στέκομαι 2. (για οικοδομήματα) υψώνομαι,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»